BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Εκείνη... και ο Χρόνος. Μόνο.


Σήμερα ήταν μια μέρα γεμάτη από άγχος για το διάβασμα και τις εξετάσεις.
Σε τρεις βδομάδες πανελλήνιες.
Δεν ξέρω αν θα 'πρεπε να χαίρομαι ή να λυπάμαι που θα βγάλω το πολυπόθητο τυπωμένο εισιτήριο για την ανεργία.
Τέλος πάντων, η μέρα είχε αυτό το ηλίθιο συναίσθημα του άγχους των εξετάσεων. 
Είχα κανονίσει όμως να πάω για καφέ νωρίς το μεσημέρι, για να ξεσκάσω λίγο. 

Ξεκίνησα στην ώρα μου, με γρήγορο βήμα. Περνώντας το δρόμο απέναντι από το σπίτι μου μια ηλικιωμένη κυρία, που μένει δύο πολυκατοικίες πιο δίπλα, μπήκε στο δρόμο μου και μου είπε μια φράση που δεν κατάλαβα πολύ καλά. Κάτι σαν "είδα κοπέλα και λέω θα πηγαίνει στο ψιλικατζίδικο". Δεν έβγαζε νόημα.
"Πώς είπατε;"
"Λέω... Χθες δεν ήταν του Αγίου Γεωργίου;"
"Ναι, χθες ήταν", της είπα ευγενικά.
"Έχασα την ταυτότητά μου και πήγα να μου βγάλουν καινούρια, αλλά ήταν τόσο αγενείς... Στην αστυνομία πήγα; Δε θυμάμαι... Εκεί δεν πάμε άμα χάσουμε την ταυτότητά μας;"
"Ναι, εκεί πάμε." 
"Ε, κορίτσι μου, δε μπορείς να φανταστείς πόσο αγενείς ήταν..."

Μετά άρχισε να μου λέει για τη σύνταξη που της έκοψαν, ότι δεν της φτάνουν τα λεφτά για να φάει, ότι αυτό το κράτος μόνο να ζητάει λεφτά ξέρει... Κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω γιατί με είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου και μου τα λεγε. 
Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι είχε άνοια, Αλτσχάιμερ ή κάτι τέτοιο και θα με ρωτούσε πού μένει. Ήμουν έτοιμη να της δείξω που είναι το σπίτι της και να τελειώνει η ιστορία. Κι όμως, Εκείνη τα είχε τριακόσια. Δεν είχε άνοια, ούτε Αλτσχάιμερ. 

Κι αυτό άρχισα να το καταλαβαίνω όταν το θέμα ξέφυγε από την καθημερινότητα και άρχισε να μου μιλάει για τους γάμους της. Είχε παντρευτεί δυο φορές και έμεινε χήρα και τις δύο, χωρίς να προλάβει να κάνει παιδιά. Μόνο την αδερφή της είχε στον κόσμο κι εκείνη πέθανε πριν ένα χρόνο περίπου. Είχα δει το κηδειόχαρτο στη γειτονιά, αλλά ούτε είχα δώσει σημασία. Ένας ακόμη θάνατος, για όλους εμάς. Η καταδίκη της μοναξιάς για Εκείνη. Τα καταγάλανα μάτια της έκρυβαν πολλά μυστικά, που ποτέ δεν είχα την περιέργεια να μάθω. Τι μ' ένοιαζε; Δικά μου ήταν τα προβλήματα; Εγώ είμαι νέα, έχω όλη τη ζωή μπροστά μου... Με τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας θα ασχολιόμουν;

Η ιστορία της ζωής της ξεδιπλωνόταν μπροστά μου, χωρίς καν να έχω πει λέξη. Ξαφνικά σταμάτησα να νιώθω ότι με καθυστερεί.
Είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από την ιστορία της, που όταν το τηλέφωνο χτύπησε άργησα να το καταλάβω και να απαντήσω.

"Με συγχωρείτε", της είπα και πριν προλάβω να το σηκώσω, με χτύπησε στον ώμο και μου είπε μ' ένα μεγάλο χαμόγελο ευγνωμοσύνης "σ' ευχαριστώ που με άκουσες".
"Να είστε καλά...", πήγα να πω, ενώ είχα ήδη σηκώσει το τηλέφωνο. Οι λέξεις μου έλιωσαν πριν τελειώσω τη φράση. Γύρισα πίσω να την κοιτάξω κι έφευγε ήδη προς το σπίτι της. Δε βιαζόταν να φτάσει. Δεν την περίμενε κανείς. Στη ζωή της οι πρωταγωνιστές ήταν πλέον δύο. Εκείνη. Και ο χρόνος. Μόνο. 

Δεν προσπαθώ να βρω λέξεις για να εντυπωσιάσω, ούτε να συγκινήσω. Ούτε καν να κινητοποιήσω θέλω. Αν και θα πρεπε. 
Αυτή είναι η πραγματικότητα...
Δεν είναι άδικη η ζωή, δεν το πιστεύω αυτό. Όσα σου δίνει, τόσα σου παίρνει.
Αλλά είναι εκείνο το βλέμμα της που δε μπορώ να βγάλω με τίποτα από το μυαλό μου.
Είναι εκείνο το "ευχαριστώ που με άκουσες" που με κάνει να νιώθω τόσες τύψεις. 
Τύψεις που ξέχασα να είμαι άνθρωπος...