







ΣΚΕΨΕΙΣ, ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΕΝΟΣ ΕΦΗΒΙΚΟΥ ΜΥΑΛΟΥ...








Αναρτήθηκε από Dark Dreams στις 20:20 4 comments
Key Words επανάσταση
Έχετε φανταστεί ποτέ πως θα ήταν ο κόσμος αν ο καθένας ακολουθούσε το όνειρό του και δεν καταπίεζε τις επιθυμίες του; Δεν θα τα κατάφερναν όλοι, αλλά τουλάχιστον θα προσπαθούσαν. Γιατί φοβόμαστε να ακολουθήσουμε το δρόμο που μας λέει η καρδιά μας και όχι οι γύρω μας; Γιατί είμαστε τόσο δειλοί να προσπαθήσουμε να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα;



Το σκεφτόμουν όλη τη νύχτα αν θέλω να γράψω αυτό το άρθρο. Ξέρω πως εκείνος δε θα ήθελε ο κόσμος να ξέρει την ιστορία του. Ήταν πολύ περήφανος για να αφήσει τους ανθρώπους να μάθουν τι του συνέβαινε. Θα το γράψω όμως. Πρέπει να το γράψω.
Τσιγάρο έβαλε στο στόμα του στα 12 του χρόνια. Μηχανάκι οδήγησε στα 13. Η πρώτη του επαφή με τα ναρκωτικά στα 15. Παιδί από διαλυμένη οικογένεια με πάρα πολλά προβλήματα που δε θέλω να περιγράψω, έμενε μαζί με την μαμά και την γιαγιά του σε ένα αρκετά μεγάλο διαμέρισμα κοντά στο σπίτι μου. Δεν ήταν ποτέ καλός μαθητής, ούτε ήσυχος. Προσπαθούσε όμως... Μέχρι ένα σημείο που τον θυμάμαι, προσπαθούσε. Με έπαιρνε τηλέφωνο αργά το βράδυ και με ρωτούσε τι είχαμε να κάνουμε για την επόμενη μέρα.
"Δύο σελίδες ιστορία πότε θα προλάβεις να τις μάθεις;"
"Θα προλάβω, μην ανησυχείς. Άντε τα λέμε αύριο", μου έλεγε και μου έκλεινε γρήγορα το τηλέφωνο.
Οι καθηγητές θύμωναν μαζί του επειδή ήταν πεισματάρης και οξύθυμος. Αλλά όλοι γνώριζαν πως κάτω από αυτήν την "μάσκα" κρυβόταν ένα παιδί με ευαισθησίες, ένα καλό παιδί.
Στην πέμπτη δημοτικού τρελάθηκε με μια ξανθιά συμμαθήτριά μας. Εγώ την ήξερα από παλιά, αυτός μόλις την είχε γνωρίσει. Ήταν όμορφο κορίτσι αλλά του έσπαγε τα νεύρα πολλές φορές, γιατί έκανε συνεχώς πλάκα και τον πείραζε. Αργότερα στο γυμνάσιο τα φτιάξανε. Κανείς δεν το περίμενε γιατί στο δημοτικό μάλωναν σαν τον σκύλο με τη γάτα.
Το καλοκαίρι πριν πάω γυμνάσιο έμαθα ότι καπνίζει. Με σόκαρε. Αυτός; Αυτός να καπνίζει; Μα γιατί; Μετά το σκέφτηκα. Είχε προβλήματα στο σπίτι, δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο, τον έφτυνε η ξανθιά φίλη μας... Ήταν ένα μικρό παραστράτημα, είπα στον εαυτό μου και ήλπιζα να το κόψει το συντομότερο δυνατόν. Δεν το έκοψε ποτέ.
Γυμνάσιο. Ήταν η εποχή που άρχισαν όλα. Την πρώτη χρονιά τα πήγαινε καλά στο σχολείο. Προσπαθούσε πάρα πολύ αν και βαριόταν πολύ μέσα στο μάθημα. Δεν έβλεπε την ώρα να χτυπήσει το κουδούνι και να πάει στο "καπνιστήριο". Εκεί θα έβρισκε τους φίλους του. Όχι εμάς. Είχε βρει καινούριους φίλους, μεγαλύτερους, πιο "μάγκες", με περισσότερο τσαμπουκά από εμάς. Κανείς μας δεν είχε πρόβλημα μ' αυτό. Γιατί δεν μας έκανε πέρα. Μας μιλούσε, απλώς όχι τόσο όσο παλιότερα.
Στην δευτέρα γυμνασίου τα έφτιαξε με τον παιδικό του έρωτα, την ξανθιά φίλη μας που σας έλεγα πιο πάνω. Μαλώνανε συνεχώς, αλλά ήταν ερωτευμένοι και ήξεραν να συγχωρούν ο ένας τον άλλον. Το τσιγάρο του είχε γίνει εμμονή. Δεν ήταν κακό παιδί. Δεν έμπλεκε επίτηδες σε φασαρίες. Δεν ήξερε τι έκανε.
"Τι είναι αυτό; Πού χτύπησες;", τον ρώτησα όταν είδα μια μεγάλη γρατζουνιά στον ώμο του.
"Τίποτα δεν είναι, μπλέχτηκα κάπου και... χτύπησα λίγο", μου είπε και τράβηξε τον ώμο του αμήχανα.
"Ε όχι και τίποτα, είναι βαθύ το κόψιμο... Γαμώτο, που έμπλεξες;"
"Επ, βρίζεις;", με ρώτησε ξαφνιασμένος και ήξερα πως δεν το έκανε για να αλλάξει θέμα.
"Σιγά τι είπα;"
"Δεν είναι αυτό που είπες, απλώς σε θεωρούσα... Ξέρεις... Πιο σεμνή. Μου κάνει εντύπωση που βρίζεις. Βασικά μην βρίζεις καθόλου ρε Αγάπη. Εσύ είσαι από τα καλά παιδιά."
"Κι εσύ που βρίζεις τι είσαι τότε;"
"Χαμένος", είπε και γέλασε ειρωνικά. "Μακάρι το βρίσιμο να ήταν το χειρότερο πράγμα επάνω μου".
Αυτή η συζήτηση μου έχει χαραχτεί βαθιά στην μνήμη. Ήταν ίσως η πιο σοβαρή συζήτηση που κάναμε. Ποτέ δεν τον ρωτούσα για το τσιγάρο, τις παρέες του και αργότερα τα ναρκωτικά. Αλλά ανησυχούσα και του το έδειχνα. Κι αυτός ήξερε ότι είχε χάσει το δρόμο του, αλλά δεν προσπαθούσε να το αλλάξει. Πίστευε πως εφόσον έτσι ήρθανε τα πράγματα, πρέπει να τα δεχτεί. Δεν είχε κουράγιο να προσπαθεί άλλο. Ακόμα και αν προσπαθούσε, νόμιζε πως δεν θα κατάφερνε τίποτα.
Τρίτη γυμνασίου. Το τσιγάρο και το μηχανάκι που οδηγούσε παράνομα μου φαινόταν αθώα μπροστά στα ναρκωτικά που έπαιρνε. Όχι σκληρά πράγματα. Άρχισε όπως όλοι με χασίς. Είχε βρει μια καινούρια παρέα που είχε εύκολη "πρόσβαση" σε τέτοια πράγματα. Όσες φορές τον ρωτούσαμε τι συμβαίνει μας έλεγε πως όλα είναι καλά. Με την ξανθιά φίλη μου χώρισε. Αυτός την χώρισε με την πρόφαση ότι θα μετακόμιζε σε μια άλλη περιοχή της πόλης και δεν θα βλέπονταν συχνά. Τώρα πλέον πιστεύω πως ήθελε να το κάνει για να την προστατέψει. Και εμάς ίσως μας έκανε πέρα πάλι για τον ίδιο λόγο. Ποιος ξέρει...
Χαθήκαμε. Άλλαξε σχολείο και δεν ερχόταν πλέον στην παλιά του γειτονιά. Τον είδα μετά από μερικούς μήνες τυχαία στο δρόμο μαζί με την παρέα του. Είχε αλλάξει πάρα πολύ. Είχε μακρύνει τα μαλλιά του, είχε ψηλώσει και φορούσε σκουλαρίκι στο φρύδι. Τον αναγνώρισα παρ' όλα αυτά. Χάρηκε όταν με είδε, με αγκάλιασε και μου είπε να δώσω χαιρετίσματα στα παιδιά. Ήθελα να του πω πόσο ανησυχώ γι' αυτόν, να τον βοηθήσω. Αλλά δεν ήξερα πως. Πριν το καταλάβω με είχε κιόλας χαιρετήσει και συνέχισε τη βόλτα με τους φίλους του.
Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.
Πέρασαν έξι μήνες μέχρι να ξανακούσω νέα του. Δυστυχώς όχι από εκείνον. Ήταν Κυριακή πρωί και χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε η μαμά μου. Ήταν η μαμά της ξανθιάς φίλης μου. Άκουσα την μαμά μου να λέει με αναστατωμένη φωνή, αλλά πάντα σιγά για να μην καταλάβω τίποτα:
"Τι είπες;.... Σοβαρά; Πότε έγινε;...... Αμάν αυτό το παιδί..... Δεν ήταν δικό του;...... Κρίμα το παιδί, κρίμα....... Τι να πω...... Μακάρι να ήταν αλλιώς...... Της το είπες;....... Πες της το, να ξέρει....... Ναι, κι εγώ θα της το πω τώρα. Σε κλείνω, θα τηλεφωνηθούμε αργότερα".
Στην αρχή δε μου πήγε το μυαλό σε ποιον αναφερόταν. Δεν πανικοβλήθηκα, σκέφτηκα ότι θα ήταν το παιδί κάποιας γνωστής τους που προφανώς θα το γνώριζα κι εγώ. Και το κυριότερο είναι ότι δεν είχα καταλάβει πως μιλούσαν για θάνατο.
Όταν το έμαθα δεν το χωρούσε ο νους μου. Έκανα πάρα πολύ καιρό να το συνειδητοποιήσω ότι είχε φύγει από τη ζωή... Έτρεχε με το μηχανάκι ενός φίλου του στον περιφερειακό. Είχαν πιει και είχανε κάνει χρήση ναρκωτικών. Δεν πρόσεχαν. Ήταν αναπόφευκτο. Σκοτώθηκε ακαριαία, τουλάχιστον δεν ταλαιπωρήθηκε.
Στην κηδεία δεν τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι μου. Δεν ήθελα να κοιτάξω στα μάτια κανέναν. Την μάνα του και την γιαγιά του; Δε θέλω να φανταστώ πώς θα ένιωθαν. Όχι μόνο επειδή έχασαν το παιδί τους, αλλά επειδή ήξεραν ότι θα μπορούσαν να τον είχαν σώσει από όλα αυτά. Οι φίλοι του, οι καινούριες παρέες του, δεν ήταν εκεί, τουλάχιστον όχι όλοι. Οι παλιοί φίλοι του, εμείς, ήμασταν οι περισσότεροι. Η ξανθιά φίλη μου, ο παιδικός έρωτάς του, παρέμεινε σιωπηλή σε όλη την κηδεία.
"Δεν κλαις;", την ρώτησα.
"Θέλω, αλλά δεν έχω άλλα δάκρυα. Μου τελείωσαν από το βράδυ", μου είπε χωρίς καν να με κοιτάξει.
Τον αγαπούσε. Πάνω απ' όλα σαν φίλο. Σίγουρα θα ένιωθε χειρότερα από μένα. Δεν είναι και λίγο να χάνεις τον πρώτο σου έρωτα. Σταθήκαμε όλοι στο πλευρό της. Το ξεπέρασε εύκολα γιατί είναι αισιόδοξος άνθρωπος. Έπεισε τον εαυτό της ότι για κάποιον λόγο σκοτώθηκε. Τον θυμάται, δεν τον έχει ξεχάσει, αλλά αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή της πριν τρελαθεί - και θα ήταν πραγματικά άδικο γι' αυτήν, γιατί είναι μόλις 16 χρονών.
Ένιωσα ενοχές όταν σκοτώθηκε. Γιατί θα μπορούσα να τον είχα βοηθήσει, αλλά δεν το έκανα. Έπρεπε να είχα μιλήσει σε κάποιον.
Διάβαζα μια έρευνα τις προάλλες σχετικά με τις γνώσεις που έχουν οι έφηβοι επάνω στα ναρκωτικά. Έλεγε ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων δεν ήξερε πού πρέπει να απευθυνθεί για βοήθεια σχετικά με τα ναρκωτικά, δεν γνώριζε καν τα ονόματα των κέντρων ενημέρωσης και απεξάρτησης. Και αναρωτιέμαι γιατί. Γιατί πρέπει να δέχομαι καθημερινά τόσες άχρηστες πληροφορίες και να μην ξέρω ΕΝΑ χρήσιμο πράγμα. ΕΝΑ μόνο. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να βρεις βοήθεια όταν την χρειάζεσαι;
Θεωρώ υπεύθυνο τον εαυτό μου και κάθε άτομο που γνώριζε αυτό το παιδί. Γιατί βλέπαμε καθαρά, αλλά υποκρινόμασταν τους τυφλούς. Ανευθυνότητα, αδιαφορία, φόβος.
Δεν είχα κάτι ιδιαίτερο μ' αυτό το παιδί. Δεν τον ερωτεύτηκα, ούτε δέθηκα μαζί του. Ήταν φίλος μου. Ένα παιδί που είδα να μεγαλώνει και να χάνει σιγά σιγά το δρόμο του. Να κατρακυλάει στον γκρεμό μέχρι να τσακιστεί τελείως. Είδα ένα παιδί να μεγαλώνει δίπλα μου και να χάνεται μακριά μου. Το θέμα δεν είναι τα ναρκωτικά και το τσιγάρο. Ένα παιδί χάθηκε γιατί κανείς δεν προσπάθησε αρκετά ώστε να το κρατήσει στον ίσιο δρόμο. Ούτε καν οι γονείς του. Ένα παιδί χάθηκε γιατί γεννήθηκε σε μια κοινωνία αδιάφορη για τα πραγματικά προβλήματα. Σε μια κοινωνία που κάνει τους ανθρώπους να αγαπάνε το κακό και να μισούν το καλό. Σε μια κοινωνία άδικη. Αδιάφορη για το μέλλον. Ενδιαφερόμενη μόνο για το κέρδος. Θα ξεχαστεί αυτό το παιδί. Εξάλλου δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο που χάθηκε από ναρκωτικά. Ποιος νοιάζεται; Ας τον είχαν αναθρέψει καλύτερα οι γονείς του. Ας ενδιαφέρονταν οι καθηγητές του. Ας μην έκανε ό,τι έκανε. Ή ας μην γεννιόταν ποτέ. Σας αρέσει δεν σας αρέσει, αυτή είναι η κοινωνία μας σήμερα. Και ίσως κάποιος που το διαβάζει αυτό τώρα θα σκεφτεί με τον ίδιο τρόπο. "Ένα ακόμη κείμενο που μιλάει για ναρκωτικά και εφήβους". Δυστυχώς δεν είναι μόνο ένα κείμενο. Είναι ένα ακόμα παιδί που έχασε το δρόμο του. Ένα ακόμα παιδί που θα ξεχαστεί από όλους μας με τον καιρό. Ένα ακόμη πλήγμα. Ένα ακόμα βήμα πίσω.
Μην αγνοείς τους νέους. Το ότι δεν καταλαβαίνεις τα προβλήματά τους δε σημαίνει πως δεν είναι πραγματικά προβλήματα. Οι νέοι είναι το αύριο αυτής της κοινωνίας. Αν δεν τους δώσεις σημασία, είναι σαν να γυρίζεις την πλάτη σου στο μέλλον. Μην αδιαφορείς λοιπόν, μην γίνεσαι εγωιστής. Μπορεί να βρεθεί το παιδί σου στη θέση του αγοριού της παραπάνω ιστορίας. Μην περιμένεις να γίνει κάτι τέτοιο για να συνειδητοποιήσεις πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα. Ενδιαφέρσου τώρα. Όσο είναι καιρός.






